στειλιάρι(ον)

στειλιάρι(ον)
τό
1) рукоятка, ручка; 2) дубина, дубинка; 3) перен. , разг дубина, болван; невежда;

αδτός είναι μοναχό στειλιάρι(ον) — он круглый невежда;

§ δίνω ενα στειλιάρι(ον) — дубасить, бить, колотить;

του χρειάζεται στειλιάρι(ον) — по нём дубина плачет


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Смотреть что такое "στειλιάρι(ον)" в других словарях:

  • στειλιάρι — στειλιάρι, το και στελιάρι, το 1. ξύλινο ραβδί: «Σου χρειάζεται στειλιάρι», σου χρειάζεται ξύλο. 2. το ξύλινο τμήμα της αξίνας: Έσπασε το στειλιάρι της τσάπας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • στειλιάρι — το / στειλιάριον, ΝΜ, και στελιάρι Ν [στε(ι)λεά / στε(ι)λε(ι)ός] 1. ο στειλεός 2. ξύλινο χοντρό ραβδί, ρόπαλο νεοελλ. 1. μτφ. άνθρωπος άξεστος και ανόητος, κούτσουρο 2. φρ. α) «τού δωσε στειλιάρι» τόν έδειρε πολύ, τόν ξυλοκόπησε άγρια β) «θέλει… …   Dictionary of Greek

  • στέλεχος — Στη φυτολογία σ. είναι συνώνυμο του βλαστού, που χρησιμοποιείται περισσότερο στην περίπτωση των ποωδών φυτών. Λέγεται και καυλός. Πρόκειται για το όργανο στήριξης στα ανώτερα φυτά. Πάνω σ’ αυτόν βρίσκονται γενικά διάφορα όργανα και κυρίως τα… …   Dictionary of Greek

  • στειλιαρώνω — και στελιαρώνω Ν [στειλιάρι] 1. προσαρμόζω στειλιάρι σ ένα εργαλείο 2. δέρνω πολύ κάποιον, ξυλοκοπώ …   Dictionary of Greek

  • αξινοκράτημα — το (Μ ἀξινοκράτημα) ξύλο της αξίνας, στειλιάρι …   Dictionary of Greek

  • αποδότης — Γεωργικό εργαλείο που χρησιμοποιείται για την περισυλλογή και την ανύψωση των δεματίων των διαφόρων γεωργικών προϊόντων (σιτηρών, σανού κ.ά.), όταν αυτά πρόκειται να φορτωθούν, να τοποθετηθούν στην αλωνιστική μηχανή κλπ. Αποτελείται από ένα μακρύ …   Dictionary of Greek

  • εναραρίσκω — ἐναραρίσκω (Α) εναρμόζω, προσαρτώ, προσαρμόζω («στειλειόν... εὖ ἐναρηρός» στειλιάρι καλά προσαρμοσμένο, Όμ.) …   Dictionary of Greek

  • πέλεκκον — τὸ, και πέλεκκος, ὁ, Α η λαβή τού πελέκεως, το στειλιάρι («εἵλετο... ἀξίνην... ἐλαΐνῳ ἀμφὶ πελέκῳ μακρῷ», Ομ. Ιλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < *πέλεκ F ον < πέλεκυς (πρβλ. λάκκος < *λάκFος)] …   Dictionary of Greek

  • πέλεκυς — Τίτλος διαφόρων εφημερίδων και περιοδικών. 1. Πολιτική εφημερίδα. Ιδρύθηκε το 1850 στην Κεφαλονιά. 2. Πολιτική εφημερίδα. Ιδρύθηκε το 1876 στη Σάμο. 3. Πολιτική εφημερίδα. Ιδρύθηκε το 1881 στην Κεφαλονιά. 4. Πολιτική εφημερίδα. Ιδρύθηκε το 1883… …   Dictionary of Greek

  • στειλειάριον — τὸ, Μ βλ. στειλιάρι …   Dictionary of Greek

  • στειλεός — και στελεός, ο, ΝΜΑ, και στελιός Ν, και στείλειός και στελειός και στειλαιός Α 1. μακρύ κυλινδρικό ξύλο που χρησιμεύει ως λαβή ή μοχλός διαφόρων εργαλείων, κν. στειλιάρι 2. συνεκδ. λαβή, χερούλι αρχ. 1. ρόπαλο 2. λείο και μυτερό κυλινδρικό ξύλο… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»